«…Μια ρίζα σε μια γράβα, τίποτ’ άλλο αν έχεις την υγειά σου. Για η μάνα μας δεν μπορεί να κρίνει. Ήπρεπε να την είχαμε σαν το λίγο το νερό και την παρατήσαμαν». (σελ. 191)

Στις 4 Μαρτίου 2019, συνάντησα πρώτη φορά τον Σωτήρη Δημητρίου. Μιλώντας μου για τα βιβλία του, ανέφερε πως τα έργα Τους τα λέει ο ΘεόςΝ’ ακούω καλά τ’ όνομά σου και Σαν το λίγο το νερό αποτελούν μια άτυπη τριλογία, με τίτλο «Τα λόγια των συνόρων». Για τα δύο από αυτά έχω ήδη γράψει: Τους τα λέει ο Θεός εδώ και Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου εδώ.

 

Το τρίτο βιβλίο αυτής της άτυπης τριλογίας, Σαν το λίγο το νερό, χωρίζεται σε τέσσερα διηγήματα: «Η περιπλάνηση της πεταλούδας», «Ό,τι έβρεξε το ’πιε η γη», «Η παρρησία της συμπόνιας» και, τέλος, «Σαν το λίγο το νερό», που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο.

Η περιπλάνηση της πεταλούδας

Στο διήγημα αυτό, πρώτη φορά σε κείμενα του Σωτήρη Δημητρίου ο ρεαλισμός υποχωρεί και εμφανίζεται ο υπερρεαλισμός. Και ο ίδιος, όντας σε μια ονειρική κατάσταση, αιωρούμενος, αφηγείται. Βλέπει το σώμα του από ψηλά, νιώθει τα στάδια της σήψης, ενώ ταυτόχρονα ταξιδεύει στο φως και στον χρόνο βλέποντας όλα αυτά που ήταν πριν. Σαν κριτής, εστιάζει σε καλές και κακές πλευρές, στιγμές δικές του και των άλλων, διαβάζει τις σκέψεις τους και, κατανοώντας περισσότερα πλέον, αντιλαμβάνεται καλύτερα την αιτία και τη βαρύτητά τους. Τρέχει στο μέλλον, βλέπει τον εαυτό του και προσπαθεί να δει τα συναισθήματά του να χαράσσουν το πρόσωπό του, όταν στον θάνατο της μητέρας του, στον επικήδειό της, θα υμνεί τα χαρίσματα του γλωσσικού της πλούτου. Συνεχίζει το ταξίδι του σαν ψυχή/πεταλούδα στο κοντινό του περιβάλλον αλλά και στο άπειρο του σύμπαντος, συνοδευόμενος από τον απεσταλμένο που ήρθε να τον υποδεχτεί. Νιώθει ενοχές, χαρές για στιγμές που έζησε αλλά και φόβο για άλλες μοιραίες στιγμές που θα έρθουν. Αυτές οι εικόνες κυριαρχούν στις περιγραφές του, καθώς ζει ταυτόχρονα τη θερμότητα και την εγγύτητα των άλλων γύρω του, και ιδιαίτερα αυτών που τόσο αγάπησε. Αντιλαμβάνεται τις απεριόριστες επιλογές του, την ελευθερία, αλλά και την αδιαφορία για την ύπαρξή του, που θα νιώσει μετά τον θάνατο της μάνας του. Αυτή η σύνδεση μαζί της, η παρουσία της που κυριαρχούσε στη ζωή του! Όλα ήταν γύρω από αυτήν. Η ζωή του, η γραφή του. Τον ενέπνεε.

Διεισδύει στο σώμα του και συνεχίζει με αυτό το μείγμα μεταφυσικής, υπερρεαλισμού και ρεαλισμού ν’ αναλύει και το μυαλό του. Τις σκέψεις του. Κάνει μια βουτιά βαθιά μέσα του. Ψυχαναλύει/απογυμνώνει τον εαυτό του, την επίδειξη γνώσεών του, τη μέσα από κλισέ «ψευδοευφυΐα» του. Και έχοντας τη συνείδηση της προ ολίγου ζωής του, με μνήμη ισχυρή βιώνει ό,τι είχε καταχωνιάσει μέσα της σχετικά με το επέκεινα. Κάνει αναδρομή στη ζωή του –χωρίζοντάς τη σε πολλές περιόδους–, αναλύοντας και αποδομώντας τον εαυτό του, δίνοντάς μας ένα εμφανώς πιο εσωτερικό βιβλίο. Μια μαθητεία στην ατομικότητα, επαναλήψεις γονικών συμπεριφορών που δημιουργούν ταυτίσεις, προσκολλήσεις, ενοχές, τις ολιγωρίες του, την αδράνειά του, την αδιαφορία του για τις επιπτώσεις πράξεων και λόγων του στους άλλους, την αυταρέσκειά του, την αφροσύνη, τη φιλοδοξία, τη λαγνεία που του προσέφερε η ζωή στην πόλη, την υποταγή του στη ζωή, την έντονη και συνεχή απειθαρχία του σε αυτήν, αλλά και τις αποσιωπήσεις της ζωής του. Αναφέρεται στην παγίδευση και εμμονή του για χρόνια στην εικόνα του εαυτού του. Την αλαζονεία του, που χαμήλωνε με τα χρόνια. «Ένιωθα πως κάποτε θα ’μπαινα στη ζωή νικημένος, νικητής». (σελ. 23)

 

Αναφέρεται στην παγίδευση και εμμονή του για χρόνια στην εικόνα του εαυτού του.

 

Εικόνες, εικόνες, εικόνες, ποιητικές και ρεαλιστικές του δικού του εσωτερικού δράματος/αγώνα εντός και εκτός του περιβάλλοντός του. Ήθελε «τα κείμενά του να έχουν την ομορφιά και την ταπεινότητά του, της θαμποπράσινης, στρεβλωμένης από τον ήλιο του Αυγούστου φλούδας του αμύγδαλου» και γι’ αυτό διάλεγε για ήρωες «παιδιά ενός κατώτερου Θεού», τους καταλάβαινε, τους εκτιμούσε και τους σεβόταν, γιατί κατάβαθα τους έμοιαζε. Και σαν σκηνοθέτης –στην αφήγησή του– προσθέτει συνεχώς διαφορετικά καρέ –εικόνες– άλλης εποχής, θέλοντας ίσως να δικαιολογήσει τον ήρωά του ή να αφήσει τον θεατή/αναγνώστη να τον γνωρίσει καλύτερα. Μιλά για τα παιδικά του χρόνια, που είχαν την αγνότητα του κελαρυστού νερού. Μετά βρόμισε. Είχε πια τον βούρκο και τον ανθό μέσα του. Ένιωθε εγκλωβισμένος και μισός. Ο άλλος μισός αλλού. Η σκέψη και το σώμα οδηγούσαν τα βήματά του. Ένιωθε τον εαυτό του μέσα στο φέρετρο και τη μνήμη του να τον γυρνά πίσω. Στη ζωή τότε. «Όχι, δεν ήθελα να περάσω αμετάκλητα στην ανυπαρξία. Ποθούσε η ψυχή μου να ταξιδέψει. Για το ταξίδι του γυρισμού διάλεξα να πάρω τη μορφή μιας πεταλούδας. Είχα αυτή τη δυνατότητα εκ μέρους του απεσταλμένου». (σελ. 35)

Ο απεσταλμένος ενός άλλου απεσταλμένου στη γη λέγεται Θεός – αστείος προσδιορισμός, παραδέχεται. Απλά είχε την ευθύνη να βλέπει ένα εκατομμύριο πιο μακριά απ’ όσο έβλεπε το τελειότερο τηλεσκόπιο. Οι ικανότητές του τον έκαναν Θεό και η γη ήταν ένας μικρός κήπος μιας γριούλας ή, αν θες, ένας σβόλος ως προς το όλον. «Μπορεί ούτε τώρα να βρει ανακούφιση η ψυχή σου. Μπορεί για πάντα να περιπλανιέσαι» (σελ. 35), του είπε ο απεσταλμένος. Η ανακούφιση ούτε μετά θάνατον!

Αν και τόσο εσωτερικό βιβλίο, στην αφήγηση οι εικόνες στο χωριό είναι γεμάτες φως από στιγμές που σαν παιδάκι έζησε. Θυμάται το βλέμμα ενός κοριτσιού και τη μουσική από τις συνομιλίες γυναικών στη μητρική του γλώσσα, ήταν τα μόνα που τον αγαλλίασαν. Όπως τότε στη γη. Ωστόσο, στην περιπλάνησή του αυτή μοιάζει σαν ένα παιδάκι που παίζει μέσα στο σύμπαν, σε ένα πολύχρωμο καρτούν, με την ελευθερία που δίνουν οι πλεύσεις στο χάος του σύμπαντος και η δυνατότητά του να είναι ακόμη παιδί. Τότε που όλα έλαμπαν και μοσχοβολούσαν.

Και συνεχίζει ν’ αφηγείται με λέξεις που λείπουν και ταυτόχρονα δεν περισσεύουν, κάνοντας τη γραφή του, τις προτάσεις του να γίνονται ένας κόμπος στον λαιμό.

Ό,τι έβρεξε το ’πιε η γη.

«Όταν τράβηξε κείν’ το δρόμο, χάλεψε τον παπά και το σχωροχάρτι, χάλεψε και μένα. Ό,τι έβρεξε, νύφη, μου είπε, το ’πιε η γη». (σελ. 75)

Στο δεύτερο διήγημα, με τον τίτλο «Ό,τι έβρεξε το ’πιε η γη», η αφήγησή του αφορά την εποχή που οι αντάρτες είναι στα μέρη τους. Μέχρι τον Άγιο Πάντο ήτανε ο εθνικός στρατός και από του Λια και πάνω οι αντάρτες. Το χωριό τους, η Πόβλα, ήταν νεκρή ζώνη. Οι γυναίκες θύματα του εμφυλίου. Τις άρπαζαν και δεν τις ξαναέβλεπες. Χάνονταν και μαζί τους χανόταν και η συνοχή των γυναικών και του χωριού τους. Αυτές την κρατούσαν. Χάνονταν αφήνοντας πίσω τους μόνο πληγές στα παιδιά τους.

 

Ο ίδιος ο συγγραφέας στέκει σε απόσταση και αφήνει τη γλώσσα να θρηνεί, παραδίδοντας ένα κείμενο με ιστορική και γλωσσική αξία.

 

Με ζωντάνια διαλόγων, αφήνει αυτό το τόσο ευλογημένο μελίσσι των γυναικών να θυμάται την ιστορία του τόπου του, τη μνήμη των δικών του. Με γλώσσα ορμητική αφηγείται και άλλοτε θρηνεί σαν μοιρολόγι και άλλοτε σαν τραγούδι κλέφτικο. Κόρες κλαίνε τη μάνα τους, μια μάνα ρίχνει καυτό λάδι στα πόδια της κόρης της για να μην την πάρουν οι αντάρτες.

Λόγια γυναικών με τη σοφία της ζωής συμβουλεύουν και παρηγορούν για το κακό που ήρθε. Ενώ, μάνες ψάχνουν στις κορφές των βουνών και στους κόρφους τους τα παιδιά τους. Μάνες με λόγια γεμάτα ευχές ξορκίζουν το κακό. Είναι εμφανές στην αφήγησή του το πόσο πολύ αγάπησε και θαύμασε τη δύναμη, τη σοφία και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Υμνεί τις γυναίκες, τότε, σε μια εποχή άγρια, που μαρτύρησαν έχοντας σαν μόνη έννοια τους τη διαφύλαξη της οικογένειας. Αυτές τις γυναίκες που δεν είχαν ούτε την αξία να έχουν το δικό τους όνομα. Την Αλέξω τη λέγαν Σπύρο, Μάνο. Τόση αξία είχε! Να μην έχει δικό της όνομα.

Μιλά όχι μόνο για την αρπαγή των χωριανών στην Αλβανία, στην Ουγγαρία, μιλά και για την επιστροφή των πρώτων ανταρτόπληκτων επτά χρόνια αργότερα, το ’56, όταν με βάρκες έβγαιναν από το καράβι στην Ηγουμενίτσα. Ένας θρήνος χαράς και η επιστροφή. Και άλλοι που είχαν μείνει στο χωριό, ετοιμάζονταν ή είχαν ήδη μεταναστεύσει στη Φραγκιά, στη Γερμανία, στην Αυστραλία. Ένας θρήνος και ο ξεριζωμός!

Γλώσσα δημώδης, γεμάτη από συγκοπτόμενες λέξεις από βιάση να εκφραστούν, με τοπικούς ιδιωματισμούς και παροιμίες, διασώζεται και ηχεί γεμάτη σοφία και πόνο. Κέντρο όλων των αφηγήσεων, ιστορικών και προσωπικών του συγγραφέα, είναι η μάνα και μέσα από αυτήν η θέση της γυναίκας στην τότε ζωή τους. Ποίηση, φόβος, πόνος και ο αναίτιος φόνος νεαρών και μικρών παιδιών δείχνουν τη βαρβαρότητα εκείνης της εποχής. Η κακοποίηση των γυναικών γεννά νέα μοιρολόγια για το πόσο κοντά στον θάνατο είναι η ζωή τους. Πεζός λόγος και δημώδης ποίηση συναγωνίζονται τον θρήνο της πραγματικότητας. Ο ίδιος ο συγγραφέας στέκει σε απόσταση και αφήνει τη γλώσσα να θρηνεί, παραδίδοντας ένα κείμενο με ιστορική και γλωσσική αξία.

Η αφήγηση είναι ένα πλήθος εικόνων που γίνεται κινηματογραφική ταινία στα μάτια του αναγνώστη. Έτσι όπως ακριβώς θα έβλεπε τα κείμενα του Σωτήρη Δημητρίου σαν πρώτη ύλη για ταινία κάθε σκηνοθέτης. Εικόνες από τη σκληρή ζωή τους στο χωριό, τη γεμάτη στερήσεις, αγάπη και θυσίες για την πατρίδα, τα χώματά τους και την οικογένειά τους. Τα παιδιά τους